Η προφορική εξέταση δίνεται σε υποψηφίους που, λόγω αναπηρίας ή ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, δεν μπορούν να αποδώσουν γραπτά τις γνώσεις τους. Η εξέταση γίνεται στα ίδια θέματα, με το ίδιο πρόγραμμα και την ίδια διάρκεια όπως και για τους γραπτώς εξεταζόμενους υποψηφίους.
Οι υποψήφιοι εισέρχονται στο εξεταστικό κέντρο την ίδια ώρα με τους υπόλοιπους. Μετά τη διανομή των θεμάτων, έχουν χρόνο προετοιμασίας, ο οποίος δεν μπορεί να ξεπεράσει τις τρεις ώρες. Στο διάστημα αυτό μπορούν να μελετήσουν τα θέματα και να κρατήσουν σημειώσεις στο τετράδιό τους. Αν το ζητήσουν, ο επιτηρητής μπορεί να τους διαβάσει τα θέματα.
Όταν είναι έτοιμοι ή όταν τελειώσει ο χρόνος προετοιμασίας, καλούνται ένας-ένας στην αίθουσα εξέτασης. Εκεί απαντούν προφορικά μπροστά σε τριμελή επιτροπή, που αποτελείται από δύο βαθμολογητές και έναν τρίτο βαθμολογητή. Ο εξεταζόμενος μπορεί να απαντήσει στα θέματα με όποια σειρά θέλει και να συμβουλεύεται τις σημειώσεις του.
Η επιτροπή οφείλει να εξασφαλίζει επαρκή χρόνο αξιολόγησης, ειδικά αν διαπιστωθεί δυσκολία στη ροή του λόγου του υποψηφίου. Η διαδικασία δεν αποτελεί ευνοϊκή ή επιεική μεταχείριση, αλλά τρόπο ώστε ο υποψήφιος να μπορέσει να εκφράσει τις γνώσεις του με προφορικό και όχι γραπτό λόγο.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, ο υποψήφιος παραδίδει το τετράδιό του και αποχωρεί. Οι βαθμολογητές καταγράφουν τη βαθμολογία τους με τρόπο που εξασφαλίζει αντικειμενικότητα και μυστικότητα. Αν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο βαθμών, το γραπτό δίνεται στον τρίτο βαθμολογητή για αναβαθμολόγηση.
